Αἰνέας

Αἰνέᾱς , Αἰνείας
masc acc pl (epic)
Αἰνέᾱς , Αἰνείας
masc nom sg (attic epic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αινέας — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Κορίνθιος στρατηγός, γιος του Ωκύτη, που κύρωσε την ανακωχή Αθηναίων και Σπαρτιατών το 423 π.Χ. 2. Λοχαγός από τη Στυμφαλία (4ος αι. π.Χ.). Αναφέρεται στην Κύρου Ανάβαση του Ξενοφώντα, ότι πέθανε λίγες μέρες πριν οι… …   Dictionary of Greek

  • Αινεύς — Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος του Απόλλωνα από τη Σίλβη, κόρη του Πηνειού. Λέγεται και Αινηεύς ή Αινέας. Μετανάστευσε από τη Θεσσαλία στον Ελλήσποντο και νυμφεύθηκε την Αινήτη, κόρη του βασιλιά της Θράκης Ευσώρου. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκε ο Κύζικος …   Dictionary of Greek

  • Ιαμίδες — Το διασημότερο από τα τέσσερα μαντικά γένη της αρχαίας Ήλιδας. Γενάρχης του ήταν ο Ίαμος, γιος του Απόλλωνα και της Ευάδνης (κόρης του Ποσειδώνα και της λακωνικής νύμφης Πιτάνης), την οποία υιοθέτησε ο ηγεμόνας της Αρκαδίας, Αίγυπτος. Οι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.